συγκαταλέγω
ρήμα1. Κατατάσσω ή περιλαμβάνω κάποιον ή κάτι σε μια ομάδα, κατηγορία ή σύνολο.
2. Θεωρώ ότι κάποιος ή κάτι ανήκει μαζί με άλλους σε μια συγκεκριμένη κατηγορία ή σύνολο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά συγκαταλέγω τον Παπαδιαμάντη στους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς.
- Η κριτική τον συγκαταλέγει ανάμεσα στους πιο επιτυχημένους νέους καλλιτέχνες.
- Πολλοί συγκαταλέγουν το συγκεκριμένο μουσείο στα καλύτερα της Ευρώπης.
- Η ίδια συγκαταλέγεται στις πιο αξιόπιστες ερευνητές του πεδίου.
- Μετά τη διάκριση αυτή, το έργο του συγκαταλέγεται πλέον στα κλασικά δείγματα του είδους.