εγκλωβίζω
ρήμα1. Περιορίζω κάποιον ή κάτι σε χώρο από τον οποίο δεν μπορεί εύκολα να φύγει ή να ξεφύγει.
2. Φέρνω κάποιον ή κάτι σε κατάσταση όπου δυσκολεύεται να κινηθεί, να ενεργήσει ή να αποδεσμευτεί.
Συνώνυμα
παγιδεύω περικυκλώνω απομονώνω ακινητοποιώ καταπαγιδεύω παγιδεύομαι φυλακίζω κλειδώνω σφηνώνω σφραγίζω
Αντώνυμα
απεγκλωβίζω λύω απελευθερώνω αποδεσμεύω μετακινώ απεγκλωβίζομαι απεμπλέκω διαχέω εκσφενδονίζω αφαιρώ
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χειριστής εγκλωβίζει το υλικό στο μηχάνημα για να μην μετακινηθεί.
- Η πυροσβεστική εγκλώβισε τον καπνό στο κτήριο μέχρι να αεριστεί ο χώρος.
- Το χιόνι εγκλώβισε τα αυτοκίνητα στον δρόμο για ώρες.
- Ο φόβος τον εγκλωβίζει και δεν τον αφήνει να μιλήσει.
- Η διαδικασία εγκλωβίζει τα δεδομένα σε ένα ασφαλές περιβάλλον.
- Το δυστύχημα εγκλώβισε δύο επιβάτες στο όχημα.