ζυμώνω

ρήμα

1. Δουλεύω και αναμιγνύω αλεύρι με υγρά και άλλα υλικά με τα χέρια ή με μηχανή, πιέζοντας, διπλώνοντας και κυλώντας ώστε να σχηματιστεί ελαστική και ομοιογενής ζύμη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί ζυμώνω ψωμί για την οικογένειά μου.
  • Στο εργαστήρι κεραμικής ζυμώνω τον πηλό πριν τον πλάσω.
  • Στις παραδοσιακές συνταγές ζυμώνω τη μαγιά με νερό και αλεύρι.
  • Στην ομάδα ζυμώνω από κοινού ένα σχέδιο δράσης για το νέο έργο.
  • Με τον καιρό ζυμώνω σχέσεις εμπιστοσύνης με τους συνεργάτες μου.