υπηρετώ
ρήμα1. Παρέχω εργασία, φροντίδα ή εξυπηρέτηση σε κάποιον ή σε κάποιον φορέα.
2. Εκτελώ καθήκοντα ή δράση προς όφελος ενός σκοπού, μιας ομάδας ή μιας αρχής.
3. Λειτουργώ σε θέση ή ρόλο, προσφέροντας τις υπηρεσίες μου σε έναν οργανισμό, επάγγελμα ή θεσμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπηρετώ στον στρατό εδώ και δύο χρόνια.
- Η νοσοκόμα υπηρετώ τους ασθενείς με φροντίδα και υπομονή.
- Το εστιατόριο υπηρετώ πολλούς πελάτες κάθε βράδυ.
- Στα νιάτα του υπηρετώ ως δάσκαλος σε μικρό χωριό.
- Ο σκύλος πιστά υπηρετώ τον αφέντη του.