ενισχύω
ρήμα1. Κάνω κάτι πιο ισχυρό, δυνατό ή αποτελεσματικό, αυξάνοντας τη δύναμη, την αντοχή ή την επιρροή του.
2. Παρέχω υλικά, οικονομικά ή ανθρώπινα μέσα ώστε να βελτιωθούν οι δυνατότητες ή η λειτουργία ενός προσώπου, οργανισμού ή έργου.
Συνώνυμα
ενδυναμώνω θωρακίζω ισχυροποιώ οχυρώνω στηρίζω υποστηρίζω συνδράμω εξοπλίζω επιχορηγώ χορηγώ επιδοτώ βοηθώ προωθώ ενθαρρύνω συμβάλλω συνεισφέρω μεγαλώνω βοηθάω αναπτύσσω εδραιώνω εμψυχώνω ευνοώ προάγω συντρέχω χρηματοδοτώ αυξάνω εντείνω αναβαθμίζω εμπλουτίζω ανεβάζω υποβοηθώ συμπαραστέκομαι διευκολύνω επενδύω παρακινώ σταθεροποιώ συντελώ προσθέτω ωφελώ βελτιώνω επιβραβεύω καταλύω
Αντώνυμα
αποδυναμώνω εξασθενίζω αδυνατίζω υπονομεύω εκμηδενίζω εκφοβίζω εξουδετερώνω μηδενίζω παρεμποδίζω απομειώνω διαβρώνω μειώνω συρρικνώνω υποβαθμίζω αποδομώ ανακόπτω ανατρέπω αναχαιτίζω αντικρούω απαξιώνω απογοητεύω αποθαρρύνω αφαιρώ ζημιώνω παρακωλύω συντρίβω τσακίζω φθείρω φιμώνω καταστρέφω βλάπτω πληγώνω χαμηλώνω αφοπλίζω δυσχεραίνω εκμεταλλεύομαι ελαττώνω ελαχιστοποιώ ισοπεδώνω καταρρίπτω καταστέλλω παραγκωνίζω συνθλίβω σαμποτάρω ακυρώνω φρενάρω αδρανοποιώ περιορίζω αποσύρω αποτρέπω καταργώ ενοχλώ αντιπαλεύω αποδιοργανώνω καταπονώ μικραίνω περικόπτω
Παραδείγματα χρήσης
- Ενισχύω την άμυνα της ομάδας με νέες τακτικές.
- Ενισχύω την οικονομία της εταιρείας μέσω επενδύσεων.
- Ενισχύω το σήμα του δρομολογητή με έναν επαναλήπτη.
- Ενισχύω την αυτοπεποίθησή μου με καθημερινή εξάσκηση.
- Ενισχύω το ανοσοποιητικό μου σύστημα με υγιεινή διατροφή.