αποκλείω
ρήμα1. Εμποδίζω την πρόσβαση ή τη συμμετοχή κάποιου ή κάποιου πράγματος σε χώρο, διαδικασία ή δραστηριότητα.
2. Θεωρώ ή καθιστώ αδύνατη μια πιθανότητα, εκδοχή ή υπόθεση, ώστε να μην λαμβάνεται υπόψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συμπεριλαμβάνω εντάσσω ενσωματώνω επιτρέπω ξεμπλοκάρω περιλαμβάνω προκρίνω προσβάλλω χωρώ διαλέγω καλώ περιέχω καλωσορίζω αφορώ αποτελώ διαπερνώ εμπλέκω ευνοώ προβλέπω προσκαλώ δέχομαι αποδέχομαι συγκαταλέγω αναπαράγω διαπραγματεύομαι διευκολύνω εικάζω εισάγω επαναφέρω παρέχω παραπέμπω προβάλλω προωθώ στηρίζω συνδράμω υποδεικνύω φιλοξενώ καλύπτω χωράω ανέχομαι αντιπροσωπεύω επισκέπτομαι εγκρίνω απευθύνομαι αποσυμφορώ εγγράφω εκλέγω συντρέχω τρυπώνω υποδέχομαι απασχολώ γεύομαι διαβιβάζω διαθέτω διηγούμαι εκπέμπω ενεργοποιώ συναντώ αγγίζω συστήνω απεικονίζω συμπίπτω τροφοδοτώ χρηματοδοτώ
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να έρθω αύριο.
- Η κατολίσθηση αποκλείει τον επαρχιακό δρόμο και εμποδίζει την κυκλοφορία.
- Ο προπονητής αποκλείει τον παίκτη από την αποστολή λόγω τραυματισμού.
- Οι διαχειριστές αποκλείουν προσωρινά τους λογαριασμούς μετά την ανίχνευση ασυνήθιστης δραστηριότητας.
- Αποκλείω κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας με εταιρείες που παραβιάζουν τους κανόνες.