προμηθεύομαι

ρήμα

1. Αποκτώ αγαθά, υλικά ή υπηρεσίες για προσωπική ή επαγγελματική χρήση, συνήθως με πληρωμή ή ανταλλαγή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε μήνα προμηθεύομαι τα βασικά είδη από το τοπικό παντοπωλείο.
  • Η εταιρεία προμηθεύεται πρώτες ύλες από διάφορους προμηθευτές του εξωτερικού.
  • Στο εργαστήριο προμηθευόμαστε τα αναλώσιμα πριν από κάθε πείραμα.
  • Για χρόνια προμηθευόμουν τα φάρμακά μου από το ίδιο φαρμακείο.
  • Τα νοσοκομεία προμηθεύονται τα απαραίτητα υλικά μέσω δημόσιων διαγωνισμών.