αθροίζω
ρήμα1. Προσθέτω δύο ή περισσότερους αριθμούς, ποσά ή μετρήσεις για να υπολογίσω το συνολικό ποσό.
2. Υπολογίζω το συνολικό αποτέλεσμα που προκύπτει από τη συνένωση ξεχωριστών τιμών ή συμβολών.
Συνώνυμα
προσθέτω προσμετρώ συνυπολογίζω καταμετρώ συναθροίζω υπολογίζω συγκεντρώνω συσσωρεύω μαζεύω ενώνω συνοψίζω ενσωματώνω συνάθροίζω τσουβαλιάζω συμπεριλαμβάνω συνδέω συλλέγω συγχωνεύω συνδυάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην άσκηση αθροίζω τους αριθμούς για να βρω το σύνολο.
- Κάθε μήνα αθροίζω τα αποταμιεύματά μου για να δω πόσα χρήματα έχω.
- Με κάθε ταξίδι αθροίζω εμπειρίες και αναμνήσεις.
- Στη δουλειά μας αθροίζω τις προσπάθειες της ομάδας για να αξιολογήσω την πρόοδο.
- Πριν υποβάλω την αναφορά, αθροίζω τα δεδομένα από όλες τις πηγές.