εκφορτώνω
ρήμα1. Διαδικασία κατά την οποία αφαιρούνται εμπορεύματα, αντικείμενα ή φορτίο από όχημα, πλοίο ή άλλο μεταφορικό μέσο και τοποθετούνται σε αποθήκη, στην ακτή ή σε άλλο μέσο μεταφοράς.
Συνώνυμα
ξεφορτώνω αποφορτώνω ξεφορτώνομαι αποφορτίζω αδειάζω κατεβάζω εκβιβάζω αποβιβάζω βγάζω μεταφορτώνω εκκενώνω απομακρύνω αφαιρώ πακετάρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο λιμάνι κάθε πρωί εκφορτώνω κοντέινερ με τρόφιμα.
- Στην αποθήκη εκφορτώνω τα παλετοποιημένα εμπορεύματα στο σωστό ράφι.
- Κατά την παράδοση στο κατάστημα, εκφορτώνω τα προϊόντα και ελέγχω τις ετικέτες.
- Όταν φτάνουν τα απόβλητα, εκφορτώνω τα κιβώτια στη χωματερή σύμφωνα με τους κανονισμούς.
- Μιλώντας με τη φίλη μου, εκφορτώνω τα βάρη της μέρας και νιώθω ανακούφιση.