συνδράμω
ρήμα1. Ενεργώ παρέχοντας βοήθεια ή στήριξη σε πρόσωπο, ομάδα ή έργο, με σκοπό την αντιμετώπιση δυσκολιών ή την προώθηση ενός στόχου.
2. Επεμβαίνω σε κατάσταση ανάγκης ή κρίσης για να παράσχω άμεση βοήθεια ή ανακούφιση.
Συνώνυμα
βοηθώ συμβάλλω συντελώ βοηθάω συνεισφέρω υποβοηθώ υποστηρίζω στηρίζω συμπαραστέκομαι συντρέχω συνεργώ ενισχύω παρέχω επικουρώ παραστέκομαι διευκολύνω εξυπηρετώ προσφέρω επιδοτώ ξελασπώνω συμμετέχω σπρώχνω συνεργάζομαι επιχορηγώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην ομάδα συνδράμω με την εμπειρία μου στον προγραμματισμό.
- Όταν υπάρχουν φυσικές καταστροφές, συνδράμω προσφέροντας τρόφιμα και ρούχα.
- Στην κοινή προσπάθεια για το φιλανθρωπικό έργο, συνδράμω οικονομικά.
- Σε δύσκολες τεχνικά περιπτώσεις, συνδράμω παρέχοντας τεχνικές συμβουλές.
- Στη συνάντηση, συνδράμω ώστε να βρούμε από κοινού λύσεις.