μένω

ρήμα

1. Διατηρώ την παρουσία μου σε συγκεκριμένο χώρο ή θέση αντί να αναχωρήσω.

2. Έχω την κύρια ή προσωρινή κατοικία μου σε κάποιον τόπο.

3. Κάτι συνεχίζει να υφίσταται ως υπόλοιπο ή αποτέλεσμα αφού αφαιρεθούν, χρησιμοποιηθούν ή μεταβληθούν άλλα στοιχεία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μένω στην Αθήνα.
  • Το καλοκαίρι μένουμε στο χωριό.
  • Η κατάσταση μένει ίδια.
  • Μου μένουν μόνο δύο ευρώ.
  • Μένει να αποφασίσουμε την ημερομηνία.
  • Ακούγοντας την είδηση μένω άφωνος.