αποκηρύσσω

ρήμα

1. Δηλώνω δημόσια ή επίσημα ότι διακόπτω κάθε αναγνώριση, στήριξη ή σχέση με πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή δόγμα, ώστε να μην θεωρούμαι πλέον συνδεδεμένος μ' αυτό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σε δημόσια ομιλία είπε «αποκηρύσσω κάθε μορφή μίσους και βίας».
  • Ο πατέρας φώναξε «αποκηρύσσω τον γιο μου».
  • Το κόμμα εξέδωσε ανακοίνωση όπου έγραφε «αποκηρύσσω κάθε σύνδεση με τις παράνομες ενέργειες».
  • Μπροστά στο δικαστήριο ο μάρτυρας ομολόγησε «αποκηρύσσω την προηγούμενη κατάθεσή μου».
  • Η επισκοπή εξέδωσε διάταγμα που έλεγε «αποκηρύσσω την αιρετική διδασκαλία».