συντρέχω

ρήμα

1. Συμβαίνω ή υφίσταμαι ταυτόχρονα με κάτι άλλο, ώστε να συντρέχουν περιστάσεις ή παράγοντες μαζί.

2. Προστρέχω για να βοηθήσω κάποιον σε ανάγκη, ενεργώ προς παροχή βοήθειας ή υποστήριξης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • συντρέχω τη φίλη μου με επαγγελματικές συμβουλές όταν αλλάζει εργασία.
  • συντρέχω οικονομικά την οικογένειά μου σε περιόδους δυσκολίας.
  • συντρέχω τους γείτονες σε έκτακτες ανάγκες, όπως όταν έχουν πλημμύρα.
  • συντρέχω τους συναδέλφους μου με τεχνική υποστήριξη στο έργο.
  • συντρέχω όπου υπάρχει ανάγκη και μπορώ να βοηθήσω.