ανακαινίζω

ρήμα

1. Πραγματοποιώ εργασίες που αποσκοπούν στην επισκευή, την ανανέωση και τη βελτίωση κτιρίου, χώρου ή αντικειμένου, ώστε να αποκατασταθούν φθορές, να εκσυγχρονιστεί ή να αλλάξει η εμφάνιση και η λειτουργικότητά του.

Συνώνυμα

αποκαθιστώ επισκευάζω ανανεώνω εκσυγχρονίζω επιδιορθώνω επανοικοδομώ αναδιαμορφώνω αναμορφώνω αναστηλώνω ξαναφτιάχνω φρεσκάρω φτιάχνω συντηρώ διαμορφώνω ανασχεδιάζω ανασχηματίζω επαναδιαμορφώνω αναβαθμίζω βελτιώνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτή την περίοδο ανακαινίζω το παλιό σπίτι των γονιών μου.
  • Τους τελευταίους μήνες ανακαινίζω την κουζίνα και το μπάνιο του διαμερίσματος.
  • Πριν ανοίξουμε, ανακαινίζω το κατάστημα για να γίνει πιο ελκυστικό στους πελάτες.
  • Κάθε καλοκαίρι ανακαινίζω το εξοχικό για να είναι έτοιμο για τους επισκέπτες.
  • Αυτή τη φορά ανακαινίζω και την ιστοσελίδα της επιχείρησης, όχι μόνο τον φυσικό χώρο.