βοηθώ
ρήμα1. Δίνω ή προσφέρω στήριξη, πόρους ή ενέργεια σε κάποιον ώστε να διευκολύνω την εκτέλεση μιας πράξης ή την αντιμετώπιση μιας δυσκολίας.
2. Συμβάλλω στην πραγματοποίηση ενός σκοπού ή αποτελέσματος, ενεργώντας συμπληρωματικά ή συνεργαζόμενος με άλλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εμποδίζω παρεμποδίζω παρακωλύω αποτρέπω βλάπτω ζημιώνω εκμεταλλεύομαι σφυροκοπώ ταλαιπωρώ εγκαταλείπω υπονομεύω σαμποτάρω επιβαρύνω αποθαρρύνω πειράζω ενοχλώ παρατώ πολεμώ πληγώνω μαχαιρώνω αναχαιτίζω βασανίζω εκφοβίζω κοροϊδεύω ξεκάνω πυροβολώ στερώ δυσκολεύω δυσχεραίνω εμπαίζω κακομεταχειρίζομαι καταδιώκω κωλύω καταστρέφω απειλώ εκβιάζω τραυματίζω χαστουκίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ βοηθώ τα παιδιά με τα μαθήματά τους κάθε απόγευμα.
- Μου αρέσει να βοηθώ τους φίλους μου όταν έχουν προβλήματα.
- Τους βοηθώ να ολοκληρώσουν το έργο δίνοντας οδηγίες και χρόνο.
- Προσπαθώ να βοηθώ στην κοινότητα μέσω εθελοντικών δράσεων.
- Το να βοηθώ κάποιον χωρίς αντάλλαγμα με γεμίζει ικανοποίηση.