αναστηλώνω

ρήμα

1. Εκτελώ εργασίες τεχνικής αποκατάστασης και ενίσχυσης σε κτίριο, μνημείο ή αρχιτεκτονικό στοιχείο, ώστε να επανέλθει στην αρχική ή σε λειτουργική του κατάσταση.

Συνώνυμα

αποκαθιστώ αναπαλαιώνω ανακατασκευάζω ανακαινίζω επισκευάζω επιδιορθώνω συντηρώ ανοικοδομώ επανατοποθετώ επαναφέρω αναδομώ επανορθώνω αναβιώνω εξωραΐζω αναμορφώνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ αναστηλώνω το παλιό αρχοντικό για να γίνει μουσείο.
  • Εγώ αναστηλώνω το άγαλμα στην κεντρική πλατεία μετά τη συντήρηση.
  • Εγώ αναστηλώνω τον ιερό ναό που είχε καταστραφεί στον σεισμό.
  • Εγώ αναστηλώνω την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις κοινότητες μετά τις παρεξηγήσεις.
  • Εγώ αναστηλώνω το παλιό οικογενειακό έθιμο που είχε χαθεί.