ακυρώνω

ρήμα

1. Κάνω ή δηλώνω ότι μια απόφαση, πράξη, σύμβαση ή έγγραφο δεν έχει πλέον ισχύ ή νομιμότητα.

2. Αναστέλλω ή διακόπτω την εκτέλεση μιας προγραμματισμένης ενέργειας, κράτησης ή εκδήλωσης, ώστε να μην πραγματοποιηθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

επικυρώνω επιβεβαιώνω εγκρίνω κυρώνω κάνω κρατάω κλείνω ισχύω κανονίζω στήνω παραγγέλνω καθιστώ ανανεώνω αναπαράγω αποκαθιστώ διευθετώ εκτελώ επαναφέρω επιβάλλω εφαρμόζω θέτω καθορίζω ορίζω οργανώνω πιστοποιώ πραγματοποιώ προγραμματίζω συντάσσω χορηγώ διακανονίζω διεξάγω διοργανώνω εγκαθιδρύω εδραιώνω θεσπίζω κατοχυρώνω οριστικοποιώ ποντάρω προσυπογράφω συνάπτω υλοποιώ νομιμοποιώ επιτρέπω διατηρώ συναινώ φέρω πιάνω γράφω προτείνω ξεκινώ αποδεικνύω γιορτάζω υπογράφω επηρεάζω ετοιμάζω σχεδιάζω ξανακάνω ολοκληρώνω δένω δημιουργώ αποτελώ αναθέτω αποδέχομαι ασφαλίζω διαμορφώνω διασταυρώνω διασφαλίζω διατάσσω δικαιώνω διορίζω εγγυώμαι εκκινώ εκφωνώ εξασφαλίζω επιτελώ επιφέρω καταγράφω καταχωρώ παρέχω παραπέμπω προετοιμάζω προκρίνω προξενώ προσκομίζω προωθώ σκαρώνω συμβάλλω συμπληρώνω συνιστώ συντελώ σφραγίζω τεκμηριώνω χαράσσω αναγράφω ανακηρύσσω ανεγείρω δεσμεύομαι διεκπεραιώνω εγγράφω εκδίδω εκλέγω κηρύσσω προαναγγέλλω πυροδοτώ υπαγορεύω ικανοποιώ επιμένω διαφυλάσσω δοκιμάζω προκαλώ σιγουρεύω πατάω παράγω αποστέλλω βεβαιώνω διαβιβάζω ενεργοποιώ ενισχύω εξυπηρετώ επαληθεύω παρασκευάζω πλάθω τηρώ εκπληρώνω ενδυναμώνω επιδοτώ καταβάλλω

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα ακυρώνω το ραντεβού με τον γιατρό.
  • Εξαιτίας της καταιγίδας ακυρώνω το ταξίδι και ζητώ επιστροφή χρημάτων.
  • Αν κλαπεί η τσάντα μου, ακυρώνω την πιστωτική κάρτα αμέσως.
  • Ως διευθυντής, ακυρώνω τη σύμβαση που παραβιάζει τους όρους.
  • Κάθε φορά που αλλάζει το πρόγραμμα, ακυρώνω τις προηγούμενες κρατήσεις.