συντάσσω
ρήμα1. Καταρτίζω και διαμορφώνω κείμενο ή έγγραφο για την έκθεση, την παρουσίαση ή την επίσημη καταγραφή πληροφοριών.
2. Συγκεντρώνω, οργανώνω και επιμελούμαι στοιχεία ή δεδομένα προκειμένου να συνθέσω ενιαίο κατάλογο, πίνακα ή αρχείο.
Συνώνυμα
συγγράφω καταρτίζω κάνω γράφω ετοιμάζω συνθέτω διατυπώνω επεξεργάζομαι σκαρώνω μαγειρεύω διαρθρώνω διαμορφώνω σχεδιάζω αποτυπώνω επιμελούμαι σχηματίζω δημιουργώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί συντάσσω την ημερήσια αναφορά για την ομάδα.
- Πριν από το ταξίδι, συντάσσω μια λίστα με τα απαραίτητα αντικείμενα.
- Ως δημοσιογράφος, συντάσσω άρθρα για την τοπική εφημερίδα.
- Αυτή την εβδομάδα συντάσσω τη διαθήκη.
- Στις συνεδριάσεις της επιτροπής συντάσσω το πρακτικό και τις αποφάσεις.