ενδυναμώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι πιο ισχυρό ή σταθερό, αυξάνοντας την αντοχή, τη δομική ασφάλεια ή τη λειτουργική αποτελεσματικότητά του.
Συνώνυμα
ενισχύω δυναμώνω τονώνω θωρακίζω ισχυροποιώ εξουσιοδοτώ υποστηρίζω στηρίζω εμπεδώνω ενθαρρύνω εμψυχώνω εντείνω στερεώνω εξοπλίζω αναζωογονώ αναβαθμίζω
Αντώνυμα
αποδυναμώνω αδυνατίζω εξασθενίζω υπονομεύω εξουδετερώνω χειραγωγώ μειώνω διαβρώνω αποθαρρύνω συρρικνώνω αποδομώ ακυρώνω εκμηδενίζω καταπονώ
Παραδείγματα χρήσης
- Με την εκπαίδευση, θέλουμε να ενδυναμώνω τα παιδιά ώστε να πιστεύουν στις δυνατότητές τους.
- Το νέο πρόγραμμα βοηθά να ενδυναμώνω τη φωνή των εργαζομένων μέσα στην εταιρεία.
- Η στήριξη της οικογένειας μπορεί να ενδυναμώνω έναν άνθρωπο στις δύσκολες στιγμές.
- Η τακτική άσκηση ενδυναμώνω το σώμα και βελτιώνει την αντοχή.
- Η συνεργασία των χωρών ενδυναμώνω τις διμερείς σχέσεις τους.