τεκμηριώνω

ρήμα

1. Παρέχω στοιχεία, αποδείξεις ή τεκμήρια που στηρίζουν την αλήθεια, την εγκυρότητα ή τη νομιμότητα ενός ισχυρισμού, μιας θεωρίας ή μιας δήλωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να τεκμηριώνω τα συμπεράσματά μου με αξιόπιστα στοιχεία.
  • Στη βιβλιογραφική ανασκόπηση τεκμηριώνω θεωρίες με παραπομπές σε έρευνες.
  • Κάθε διοικητική απόφαση απαιτεί να τεκμηριώνω τις επιλογές μου με οικονομικά δεδομένα.
  • Όταν γράφω εγχειρίδια, φροντίζω να τεκμηριώνω όλες τις διαδικασίες βήμα προς βήμα.
  • Στο δικαστήριο τεκμηριώνω την κατάθεσή μου παρουσιάζοντας φωτογραφίες και μαρτυρίες.