ικανοποιώ
ρήμα1. Κάνω κάτι να είναι όπως πρέπει ή όπως ζητείται, ώστε να καλύπτονται οι απαιτήσεις ή οι ανάγκες.
2. Προκαλώ αίσθημα ευχαρίστησης ή πληρότητας σε κάποιον.
3. Εκπληρώνω όσα έχουν συμφωνηθεί ή αναμένεται να γίνουν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να ικανοποιώ τις ανάγκες των πελατών μας όσο καλύτερα μπορώ.
- Το ξενοδοχείο ικανοποιεί όλες τις βασικές προϋποθέσεις ασφαλείας.
- Δεν μπόρεσα να ικανοποιήσω το αίτημά του μέσα στη μέρα.
- Η απόδοσή του ικανοποιεί τον προπονητή.
- Το αποτέλεσμα δεν με ικανοποιεί πλήρως.