δικαιώνω
ρήμα1. Αποδεικνύω ότι κάποιος, μια άποψη ή μια πράξη ήταν ορθή, δίκαιη ή αθώα, εξαλείφοντας ενδεχόμενες κατηγορίες ή αμφιβολίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως δικηγόρος, δικαιώνω τους πελάτες μου στο δικαστήριο.
- Με τις νέες αποδείξεις, δικαιώνω τον φίλο μου από τις ψευδείς κατηγορίες.
- Όταν βλέπω τα αποτελέσματα, αισθάνομαι ότι δικαιώνω τις επιλογές μου.
- Με κάθε βήμα προόδου, δικαιώνω την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν.
- Νιώθω πως με την επιτυχία της ομάδας δικαιώνω τους κόπους μας.