εδραιώνω

ρήμα

1. Κάνω κάτι σταθερό ή στερεό, ώστε να μη μεταβάλλεται εύκολα ή να μη χάνεται.

2. Κάνω μια θέση, κατάσταση ή θεσμό μόνιμο και αποδεκτό μέσα σε ένα σύστημα ή στην κοινωνία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ εδραιώνω τη θέση μου στην εταιρεία μέσα από συνεχή δουλειά και υπευθυνότητα.
  • Με σταθερές πρακτικές και σαφείς κανόνες εδραιώνω την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους συνεργάτες.
  • Στο εργοτάξιο εδραιώνω το θεμέλιο πριν προχωρήσουμε στην ανέγερση του κτιρίου.
  • Μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα εδραιώνω τη γνώση και τις δεξιότητες των νέων υπαλλήλων.
  • Μέσω διαπραγματεύσεων και σεβασμού των κανόνων εδραιώνω τα δικαιώματα των πολιτών.