προαναγγέλλω
ρήμα1. Αναγγέλλω ή ενημερώνω προκαταβολικά για κάτι που πρόκειται να γίνει ή να γνωστοποιηθεί.
2. Δηλώνω ή προμηνύω προηγουμένως την πιθανή εξέλιξη, συνέπεια ή φύση ενός γεγονότος.
Συνώνυμα
προανακοινώνω προεξαγγέλλω ανακοινώνω αναγγέλλω ενημερώνω γνωστοποιώ προειδοποιώ προδηλώνω δηλώνω διακηρύσσω διαφημίζω προμηνύω διαδίδω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα προαναγγέλλω την κυκλοφορία του νέου βιβλίου.
- Ο διευθυντής προανήγγειλε τις αλλαγές στο εσωτερικό πρόγραμμα της εταιρείας.
- Ο σκοτεινός ουρανός προαναγγέλλει καταιγίδα.
- Η εταιρεία προαναγγέλλει απολύσεις και καλεί τους εργαζόμενους σε διαβούλευση.
- Το δελτίο τύπου προαναγγέλλει το επερχόμενο φεστιβάλ και τα κύρια ονόματα της διοργάνωσης.