ανατρέπω
ρήμα1. Κάνω κάτι να αναποδογυριστεί ή να χάσει τη φυσική του θέση, ώστε να βρεθεί ανάποδα ή εκτός ισορροπίας.
Συνώνυμα
αναποδογυρίζω καταλύω εκθρονίζω αναιρώ ακυρώνω ρίχνω καταρρίπτω αναστρέφω αντιστρέφω γκρεμίζω διαταράσσω διαψεύδω χαλάω εκριζώνω ξεθεμελιώνω καταστρέφω ματαιώνω νικώ κατεβάζω ανασκευάζω αποδιοργανώνω αποδομώ αντιστρατεύομαι υπονομεύω αλλάζω ταράζω αμφισβητώ ταρακουνώ αναταράσσω ξηλώνω
Αντώνυμα
εδραιώνω σταθεροποιώ διατηρώ επικυρώνω εγκαθιδρύω επιβεβαιώνω ενισχύω υποστηρίζω διασφαλίζω διαφυλάσσω αποκαθιστώ διευθετώ εφαρμόζω ηττώνομαι πιστοποιώ τεκμηριώνω φτιάχνω στήνω δημιουργώ θεσπίζω κατοχυρώνω οριστικοποιώ συντρέχω επαληθεύω οργανώνω σκαρώνω σφραγίζω υπερασπίζω κανονίζω καθιστώ διακανονίζω εκλέγω
Παραδείγματα χρήσης
- Με ένα νευρικό χέρι ανατρέπω το τραπέζι και τα πιάτα σκορπίζουν στο πάτωμα.
- Με την ισχυρή λαϊκή κινητοποίηση ανατρέπω το καθεστώς που κυβερνούσε χρόνια.
- Λόγω της απρόβλεπτης βλάβης στο σύστημα ανατρέπω τα σχέδιά μου για το πρωί.
- Με τα νέα δεδομένα ανατρέπω την προηγούμενη θεωρία που είχαμε αποδεχθεί.
- Για να δοκιμάσω τη στρατηγική, ανατρέπω προσωρινά τη σειρά των δοκιμών.