εξουδετερώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι να παύσει να λειτουργεί ή να αποδίδει, ώστε να μην προκαλεί βλάβη, επίδραση ή αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
ουδετεροποιώ αδρανοποιώ ακυρώνω μηδενίζω αχρηστεύω αναχαιτίζω αναιρώ αντικρούω αντισταθμίζω εκμηδενίζω εξαλείφω αφοπλίζω ανακόπτω καταργώ αποκρούω αφανίζω ξεκάνω συντρίβω υπονομεύω αποδομώ εκκαθαρίζω αποδυναμώνω εξοντώνω καταστρέφω καταπνίγω καθηλώνω παραλύω υπονόμευω σβήνω καθαρίζω αποτρέπω νικάω μπλοκάρω κατατροπώνω υπερνικώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τη βάση εξουδετερώνω το οξύ στο εργαστήριο.
- Με το αντίδοτο εξουδετερώνω το δηλητήριο όταν υπάρχει δηλητηρίαση.
- Στη στρατιωτική επιχείρηση εξουδετερώνω τις εκρηκτικές συσκευές πριν προχωρήσει η ομάδα.
- Με τα στοιχεία που παρουσίασα εξουδετερώνω τις αντιρρήσεις τους στη συζήτηση.
- Στο παιχνίδι εξουδετερώνω τον πιο επικίνδυνο παίκτη της αντίπαλης ομάδας.
- Με το αποσμητικό εξουδετερώνω τις δυσάρεστες οσμές στο χώρο.