δένω
ρήμα1. Στερεώνω δύο ή περισσότερα αντικείμενα μεταξύ τους με σχοινί, κορδόνι, σύρμα ή άλλο υλικό, σχηματίζοντας κόμπο ή σύστημα στερέωσης ώστε να μην χωρίζονται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
λύνω ξεδένω αποδεσμεύω αποδεσμεύομαι ξεμπερδεύω ξεσφίγγω λύω ξεκουμπώνω χαλαρώνω αποσυνδέω ξεζωνώνω ακυρώνω διαλύω αταίριαζω κουνώ ξεμπλέκω απελευθερώνω ξεμπλοκάρω
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να δένω καλά το πακέτο πριν το στείλω.
- Κάθε πρωί δένω τα κορδόνια μου πριν φύγω.
- Όταν φτάνουμε στο λιμάνι, δένω το σκάφος στο μόλο.
- Στο εργαστήριο, δένω τα χαρτιά με σπάγγο για να μη χάνονται.
- Προσπαθώ να δένω τα επιχειρήματά μου με συγκεκριμένα στοιχεία.