κανονίζω

ρήμα

1. Αναλαμβάνω και τακτοποιώ τις αναγκαίες ενέργειες και λεπτομέρειες ώστε ένα γεγονός, ραντεβού ή σχέδιο να πραγματοποιηθεί σε συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμένο τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ κανονίζω μια συνάντηση με τον πελάτη για αύριο το πρωί.
  • Μην ανησυχείς, εγώ κανονίζω τα εισιτήρια και τη διαμονή.
  • Κανονίζω το ύψος της καρέκλας για να μην πονάει η πλάτη μου.
  • Συνήθως κανονίζω τα θέματα που αφορούν τους προμηθευτές.
  • Σήμερα κανονίζω όλα τα χαρτιά για την άδεια εργασίας.