αναπαράγω
ρήμα1. Προκαλώ τη δημιουργία νέων ατόμων του ίδιου είδους μέσω βιολογικών διαδικασιών, όπως σεξουαλική ή ασεξουαλική αναπαραγωγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μπορώ να αναπαράγω το βίντεο στον υπολογιστή.
- Είναι δύσκολο να αναπαράγω το ίδιο αποτέλεσμα στο εργαστήριο.
- Θα αναπαράγω το παλιό έργο για την έκθεση.
- Κατάφερα να αναπαράγω το είδος στο εργαστήριο.
- Στην παράσταση προσπάθησα να αναπαράγω την προσωπικότητά του με ακρίβεια.
- Δεν πρέπει να αναπαράγω φήμες χωρίς επιβεβαίωση.