αποδέχομαι

ρήμα

1. Δέχομαι πρόταση, προσφορά ή αίτημα και εκφράζω τη συγκατάθεσή μου.

2. Αναγνωρίζω την εγκυρότητα, την ορθότητα ή την ύπαρξη ενός ισχυρισμού, εγγράφου, κατάστασης ή γεγονότος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τους όρους αποδέχομαι και υπογράφω τη σύμβαση.
  • Τη συγγνώμη σου αποδέχομαι, ας μην επαναληφθεί.
  • Την ευθύνη για το λάθος αποδέχομαι και θα το διορθώσω.
  • Την πραγματικότητα αποδέχομαι όπως είναι, χωρίς ψευδαισθήσεις.
  • Το δώρο σου αποδέχομαι με ευγνωμοσύνη.
  • Την ήττα αποδέχομαι με αξιοπρέπεια.