πιστοποιώ
ρήμα1. Βεβαιώνω με λόγο, έγγραφο ή άλλη ενέργεια ότι κάτι είναι αληθές, γνήσιο ή έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
βεβαιώνω διαβεβαιώνω εγκυρώνω επιβεβαιώνω επικυρώνω τεκμηριώνω αποδεικνύω νομιμοποιώ εξουσιοδοτώ επισημοποιώ μαρτυρώ σφραγίζω ομολογώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως διευθυντής, πιστοποιώ ότι όλα τα έγγραφα είναι σύμφωνα με τους κανονισμούς.
- Στην ιατρική βεβαίωση, πιστοποιώ ότι ο ασθενής χρειάζεται επταήμερη αναρρωτική άδεια.
- Με την υπογραφή μου πιστοποιώ την γνησιότητα αυτού του αντιγράφου.
- Σας πιστοποιώ ότι έχω ολοκληρώσει την εκπαίδευση και απέκτησα το απαιτούμενο πιστοποιητικό.
- Με την ανακοίνωση πιστοποιώ την ακρίβεια των αναφερόμενων στοιχείων.