αποδοχή
ουσιαστικό1. Η πράξη ή διαδικασία του να δεχτεί κάποιος κάτι που του προσφέρεται, προτείνεται ή επιβάλλεται, είτε αυτό είναι υλικό είτε άυλο.
2. Η επίσημη παραλαβή ή έγκριση προϊόντος, έργου, προσφοράς ή πληρωμής από αρμόδιο πρόσωπο ή φορέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απόρριψη άρνηση αμφισβήτηση αντίλογος αντίσταση αποβολή αποδοκιμασία διαμαρτυρία εκδίωξη επιφύλαξη αντίρρηση άδειασμα ένσταση αντίκρουση απάρνηση απέλαση απόκρουση αφορισμός βδελυγμία διωγμός διώξιμο εκφοβισμός εναντίωση μουρμούρα πάσο παραγκωνισμός αποποίηση αποκήρυξη απώθηση διαφωνία αγανάκτηση αναίρεση απέχθεια απαξίωση αποκλεισμός αποφυγή γκρίνια διάκριση διαδήλωση διχογνωμία δυσαρέσκεια επιμονή μίσος παρατήρηση πείραγμα δικαιολογία αηδία πυρά καταδίκη κριτική απαίτηση παράπονο καταγγελία διαπραγμάτευση παρενόχληση οντισιόν δοκιμή αγνόηση ανάθεση αντιλογία επιφυλακτικότητα κατακραυγή μομφή περιφρόνηση περιθωριοποίηση αδιαφορία εχθρότητα αποστροφή μπλόκο διάψευση δυσπιστία επίπληξη παραίτηση πρόκληση σύγκρουση τσεκάρισμα αγώνας στάση βία πάλη κόντρα εξέγερση αυτοάμυνα επιχείρημα αναθεώρηση διεκδίκηση εξαναγκασμός επανάσταση επιτίμηση καταφρόνηση πείσμα σκεπτικισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποδοχή από τους φίλους της την έκανε να νιώθει ασφαλής.
- Για να ολοκληρωθεί η εγγραφή, απαιτείται η αποδοχή των όρων χρήσης.
- Η επιτροπή ανακοίνωσε την αποδοχή της πρότασης χρηματοδότησης.
- Η αποδοχή της απώλειας ήταν το πρώτο βήμα για να προχωρήσει στη ζωή.
- Η αποδοχή της παραγγελίας επιβεβαιώθηκε με μήνυμα στο κινητό.
- Η αποδοχή της κληρονομιάς πρέπει να δηλωθεί μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία.