μομφή
ουσιαστικό1. Έκφραση δυσφορίας ή επικριτικής κρίσης προς πρόσωπο, πράξη ή στάση, με σκοπό την επίπληξη ή την επισημοποίηση της καταδίκης ενός σφάλματος ή παραπτώματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
έπαινος επιβράβευση επιδοκιμασία συγχαρητήρια συγγνώμη έγκριση αθώωση εύνοια χειροκρότημα αποδοχή απολογία ύμνος
Παραδείγματα χρήσης
- Το κόμμα κατέθεσε μομφή κατά της κυβέρνησης.
- Η αντιπολίτευση ζήτησε άμεσα την ψηφοφορία για τη μομφή.
- Του απηύθυνα μομφή για την αμέλεια στη δουλειά.
- Δέχτηκε δημόσια μομφή μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων.
- Η μομφή στην ομιλία του είχε ως στόχο να προκαλέσει αντιπαράθεση.