ομοφωνία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία όλα τα μέλη μιας ομάδας, ενός σώματος ή μιας συνέλευσης εκφράζουν την ίδια άποψη ή ψηφίζουν υπέρ της ίδιας απόφασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομοφωνία του συμβουλίου έκανε την απόφαση δεσμευτική.
- Το αποτέλεσμα εγκρίθηκε με πλήρη ομοφωνία.
- Η χορωδία τραγούδησε σε ομοφωνία, δίνοντας έναν καθαρό, ενιαίο τόνο.
- Η ομοφωνία μεταξύ των μελών προήλθε μετά από μακρά συζήτηση.
- Δεν υπήρξε ομοφωνία στο θέμα της μεταρρύθμισης, επομένως η ψηφοφορία θα επαναληφθεί.