παθητικότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς κατά το οποίο ένα άτομο αποφεύγει την ανάληψη πρωτοβουλίας και περιορίζει τη δραστηριότητά του σε παθητική αποδοχή ενεργειών ή αποφάσεων άλλων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παθητικότητα του μαθητή απέτρεψε κάθε συζήτηση στην τάξη.
  • Η πολιτική παθητικότητα των πολιτών επέτρεψε τις αυθαιρεσίες της εξουσίας.
  • Στην ψυχοθεραπεία δουλέψαμε πάνω στη μείωση της παθητικότητας απέναντι στα συναισθήματα.
  • Η παθητικότητα του ασθενούς κατά την εξέταση υποδεικνύει πιθανή νευρολογική βλάβη.
  • Στις ηλεκτρονικές συσκευές, η υπερβολική παθητικότητα ενός στοιχείου μειώνει την απόδοσή του.
  • Η εκπαιδευτική μέθοδος αποσκοπεί να αντικαταστήσει την παθητικότητα με ενεργή συμμετοχή.