επιχείρημα
ουσιαστικό1. Λεκτική ή γραπτή έκφραση που παρουσιάζει λόγους και αποδείξεις για να υποστηρίξει, τεκμηριώσει ή αντικρούσει μια άποψη σε διάλογο, συζήτηση ή επιχειρηματολογία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βασικό επιχείρημα του καθηγητή ήταν ότι τα δεδομένα είναι αναξιόπιστα.
- Το επιχείρημα του δικηγόρου ενώπιον του δικαστηρίου ήταν πειστικό.
- Ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της πρότασης είναι ότι μειώνει σημαντικά τα έξοδα.
- Στη συνάρτηση, το πρώτο επιχείρημα καθορίζει το μέγεθος του πίνακα.
- Στη φιλοσοφική συζήτηση, κάθε επιχείρημα πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς προκείμενες.
- Τα επιχειρήματα κατά της πρότασης δεν κατάφεραν να αλλάξουν τη γνώμη της πλειοψηφίας.