επιδοκιμασία

ουσιαστικό

Πράξη ή έκφραση με την οποία άτομα ή κοινό δηλώνουν θετική ανταπόκριση σε ενέργεια, λόγο, παρουσία ή έργο κάποιου, συχνά μέσω χειροκροτημάτων, επευφημιών ή άλλων δημόσιων εκδηλώσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ομιλητής δέχτηκε θερμή επιδοκιμασία από το κοινό.
  • Η επιτροπή εξέφρασε επιδοκιμασία για την πρόταση του ερευνητή.
  • Η απόφαση έτυχε μεγάλης επιδοκιμασίας στα μέσα ενημέρωσης.
  • Η επιδοκιμασία του κοινού φάνηκε περισσότερο επιφανειακή παρά ειλικρινής.
  • Οι πολίτες εξέφρασαν επιδοκιμασίες μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων.