μίσος
ουσιαστικό1. Έντονο και συνήθως παρατεταμένο αρνητικό συναίσθημα προς πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή πράγμα, που εκδηλώνεται με αποστροφή, ενισχυμένες αρνητικές σκέψεις και τάσεις απομάκρυνσης.
Συνώνυμα
έχθρα εχθρότητα απέχθεια αντιπάθεια αποστροφή βδελυγμία μισαλλοδοξία μισανθρωπία μισανδρία μισογυνία μνησικακία οργή πικρία συναίσθημα αίσθημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μίσος του για τον εχθρό μεγάλωνε με τον καιρό.
- Η κοινωνία πρέπει να καταπολεμά το μίσος και την προκατάληψη.
- Ένιωθε βαθύ μίσος μετά την προδοσία.
- Το μίσος μεταξύ των δύο οικογενειών κρατάει χρόνια.
- Προσπάθησε να ξεπεράσει το μίσος που τον είχε καταβάλει.