οντισιόν
ουσιαστικό1. Δοκιμαστική παρουσίαση ή εκτέλεση από υποψήφιο ηθοποιό, μουσικό, χορευτή ή άλλο καλλιτέχνη με σκοπό την αξιολόγηση των ικανοτήτων του για επιλογή σε ρόλο, θέση ή παραγωγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οντισιόν για το θεατρικό έργο θα γίνει την Παρασκευή.
- Έδωσε οντισιόν για τον πρωταγωνιστικό ρόλο και κέρδισε τον ρόλο.
- Η τραγουδίστρια πέρασε στην επόμενη φάση μετά την οντισιόν για το τηλεοπτικό σόου.
- Οι παραγωγοί οργάνωσαν μια ανοικτή οντισιόν για νέους χορευτές.
- Ο βιολονίστας έδωσε οντισιόν στην ορχήστρα και προσλήφθηκε.