ανοιχτότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να είναι ανοιχτό, σε φυσικό επίπεδο, όταν υπάρχει ελεύθερη ή ανέλεγκτη πρόσβαση σε χώρο ή πόρους.
Συνώνυμα
ανοικτότητα διαφάνεια ειλικρίνεια ευθύτητα δεκτικότητα ανοιχτομυαλία παρρησία φανερότητα αμεσότητα εξωστρέφεια φιλικότητα άνοιγμα ανοχή αποδοχή προσβασιμότητα διαλλακτικότητα κοινωνικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανοιχτότητα στην επικοινωνία ενισχύει την εμπιστοσύνη στην ομάδα.
- Η ανοιχτότητα των πολιτικών αποφάσεων είναι απαραίτητη για τη δημοκρατία.
- Η ανοιχτότητα του χώρου στο διαμέρισμα κάνει το σαλόνι να φαίνεται μεγαλύτερο.
- Έδειξε ανοιχτότητα σε νέες ιδέες κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
- Η εταιρεία προώθησε την ανοιχτότητα των δεδομένων της με δημόσια πρόσβαση.
- Η ανοιχτότητα των συνόρων συζητήθηκε εκτενώς στο συνέδριο.