διάκριση

ουσιαστικό

1. Η ικανότητα ή δυνατότητα να αντιλαμβάνεται και να ξεχωρίζει κανείς λεπτές ή ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα σε αντικείμενα, ιδέες, καταστάσεις ή ποιοτικές ιδιότητες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διάκριση λόγω φύλου απαγορεύεται από τον νόμο.
  • Η διάκριση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής είναι συχνά δυσδιάκριτη.
  • Έδειξε μεγάλη διάκριση στην επιλογή των συνεργατών του.
  • Το έργο της έλαβε διάκριση στην τελευταία επιστημονική συνεδρίαση.
  • Οι διακρίσεις στην ορολογία των μαθηματικών είναι λεπτές αλλά σημαντικές.