διάψευση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της άρνησης ενός ισχυρισμού ή μιας πληροφορίας, με στόχο την απόδειξη ότι δεν είναι αληθής ή ακριβής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάψευση των φημών από το γραφείο του δημάρχου ήταν σαφής και άμεση.
- Η διάψευση της επιστημονικής υπόθεσης βασίστηκε σε νέα πειραματικά δεδομένα.
- Η διάψευση των προσδοκιών για το έργο προκάλεσε έντονη απογοήτευση στην ομάδα.
- Η διάψευση των μαρτυριών οδήγησε τους ανακριτές σε νέα πορεία έρευνας.
- Η επίσημη διάψευση από το υπουργείο έβαλε τέλος στις εικασίες του Τύπου.