περιφρόνηση
ουσιαστικό1. Συναίσθημα ή στάση απαξίωσης και αδιαφορίας προς πρόσωπο, ομάδα ή ιδέα, που εκδηλώνεται με έλλειψη σεβασμού, υποτίμηση και αίσθηση ανωτερότητας.
Συνώνυμα
καταφρόνηση απαξίωση υποτίμηση χλεύη χλευασμός αγνόηση απέχθεια αποστροφή ασέβεια σνομπισμός γελοιοποίηση αποδοκιμασία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε ανοιχτή περιφρόνηση προς τους συναδέλφους του.
- Η περιφρόνηση του κινδύνου τον έσπρωξε σε ριψοκίνδυνες πράξεις.
- Η ενέργειά του θεωρήθηκε ως περιφρόνηση του νόμου.
- Η απόφασή της προκάλεσε την περιφρόνηση του κοινού.
- Στο μυθιστόρημα, η περιφρόνηση της παράδοσης αποτυπώνει το επαναστατικό πνεύμα.