λήψη
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της παραλαβής ή απόκτησης κάτι, όπως εγγράφων, αντικειμένων ή χρημάτων.
2. Καταγραφή ή στιγμιότυπο που προκύπτει από φωτογραφική ή κινηματογραφική μηχανή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λήψη της φωτογραφίας έγινε με ευρυγώνιο φακό το πρωί.
- Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η λήψη διήρκεσε σχεδόν δύο λεπτά.
- Η λήψη του φαρμάκου πρέπει να γίνεται μετά τα γεύματα.
- Η λήψη αποφάσεων στην εταιρεία απαιτεί προσεκτική ανάλυση.
- Η λήψη σημάτων ήταν αδύναμη στην απομακρυσμένη περιοχή.