αντίρρηση
ουσιαστικό1. Εκδήλωση διαφωνίας απέναντι σε άποψη, πρόταση ή ενέργεια, συνήθως συνοδευόμενη από επιχειρήματα, με σκοπό την αμφισβήτηση ή την τροποποίηση της απόφασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συναίνεση συγκατάθεση συμφωνία αποδοχή έγκριση δόγμα υποστήριξη συμμόρφωση συνεργασία θέση απόδειξη υπογραφή πρόταση θέλημα διαπίστωση επιβεβαίωση θεώρηση ομοφωνία παραδοχή προτροπή συμφωνητικό τεκμήριο ψήφισμα γνωμάτευση σύμφωνο ενθουσιασμός υποταγή ένταλμα αίτηση ευλογία βεβαίωση τοποθέτηση δικαιολόγηση
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν έχω καμία αντίρρηση.
- Ο δικηγόρος υπέβαλε αντίρρηση στο αίτημα του αντιδίκου.
- Εξέφρασε αντίρρηση στην πρόταση του συμβουλίου.
- Παρά την αρχική αντίρρηση, τελικά αποδέχτηκαν το σχέδιο.
- Υπάρχει αντίρρηση από ορισμένα μέλη της επιτροπής.