υιοθέτηση

ουσιαστικό

1. Νομική πράξη με την οποία ένα άτομο ή ζεύγος αποκτά νόμιμα την πατρική ή μητρική μέριμνα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις απέναντι σε ένα παιδί, σαν να ήταν βιολογικοί γονείς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υιοθέτηση του παιδιού ολοκληρώθηκε μετά από μήνες δικαστικών διαδικασιών.
  • Η υιοθέτηση του σκύλου από το καταφύγιο έδωσε χαρά στην οικογένεια.
  • Η υιοθέτηση του νέου νομοσχεδίου ψηφίστηκε ομόφωνα στη Βουλή.
  • Η υιοθέτηση της ψηφιακής τεχνολογίας βελτίωσε την παραγωγικότητα της εταιρείας.
  • Η υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών από τους πολίτες μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.