αγανάκτηση

ουσιαστικό

1. Έντονη συναισθηματική κατάσταση που εκδηλώνεται ως εσωτερική δυσφορία και αγανάκτηση όταν κάποιος αντιλαμβάνεται αδικία, προσβολή ή ματαίωση προσδοκιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε αγανάκτηση όταν ανακάλυψε ότι τον κορόιδευαν.
  • Η απόφαση προκάλεσε αγανάκτηση στους κατοίκους της περιοχής.
  • Ο δήμαρχος εξέφρασε αγανάκτηση για την καθυστέρηση των έργων.
  • Μετά από συνεχείς καθυστερήσεις, η αγανάκτηση των επιβατών έγινε εμφανής.
  • Μίλησε με αγανάκτηση, απαιτώντας διευκρινίσεις.