διχογνωμία
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα άτομα ή ομάδες εκφράζουν διαφορετικές κρίσεις, απόψεις ή αξιολογήσεις για ένα θέμα, με αποτέλεσμα την έλλειψη κοινής συμφωνίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνεδρίαση προέκυψε έντονη διχογνωμία μεταξύ των μελών για το προτεινόμενο σχέδιο.
- Υπάρχει ακόμη διχογνωμία ανάμεσα στους επιστήμονες σχετικά με την ερμηνεία των νέων δεδομένων.
- Η διχογνωμία για το νομοσχέδιο οδήγησε σε θυελλώδεις συζητήσεις στη Βουλή.
- Η σχέση τους δοκιμάστηκε όταν προέκυψε διχογνωμία ως προς την ανατροφή των παιδιών.
- Στο δικαστήριο σημειώθηκε διχογνωμία ανάμεσα στους δικαστές σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου.