επιφυλακτικότητα
ουσιαστικόΣτάση ή διάθεση επιφυλακτικής προσοχής απέναντι σε πρόσωπα, καταστάσεις ή πληροφορίες, που εκδηλώνεται με συγκράτηση, επιφύλαξη και δισταγμό πριν από την αποδοχή ή την ανάληψη δράσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δείξαμε επιφυλακτικότητα απέναντι στις νέες προτάσεις της διοίκησης.
- Ο γιατρός επέδειξε επιφυλακτικότητα πριν συνταγογραφήσει το φάρμακο.
- Η κοινή γνώμη αντιμετώπισε την είδηση με επιφυλακτικότητα.
- Παρά την αρχική επιφυλακτικότητα, τελικά αποδέχτηκαν τη συνεργασία.
- Οι επενδυτές έδειξαν επιφυλακτικότητα λόγω της ασταθούς αγοράς.
- Ένιωσα επιφυλακτικότητα όταν του μίλησα για τα προσωπικά μου σχέδια.