κατανόηση
ουσιαστικό1. Η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς, να ερμηνεύει και να εντάσσει στο πλαίσιο το νόημα, τις σχέσεις ή τις προθέσεις πίσω από πληροφορίες, λόγο ή γεγονότα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατανόηση του μαθήματος έγινε ευκολότερη με πρακτικά παραδείγματα.
- Έδειξε μεγάλη κατανόηση όταν του εξήγησα το πρόβλημα.
- Υπάρχει μια άτυπη κατανόηση μεταξύ των γειτόνων για τις κοινόχρηστες δουλειές.
- Ζητώ λίγη κατανόηση για την καθυστέρηση στην απάντηση.
- Η γλωσσική κατανόηση βελτιώνεται με καθημερινή εξάσκηση.